Καθημερινά καλούμαστε να διαχειριστούμε καταστάσεις άκρως απαιτητικές και έντονες με αποτέλεσμα να παρατηρούμε κάποιες συμπεριφορές άξιες προσοχής. Παράλληλα, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ο ρυθμός της ζωής είναι τόσο γρήγορος που ευκόλως ενισχύει την εκδήλωση διαφόρων ψυχολογικών αντιδράσεων, αν φυσικά συντρέχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Και πολύ συχνά λένε ότι οι νευρώσεις ή διαφορετικά οι αγχώδεις διαταραχές είναι οι πλέον συνηθισμένες ψυχικές ασθένειες που ταλαιπωρούν πολλούς ανθρώπους στις μέρες μας.

Όμως, τι συμβαίνει στον ψυχικό οργανισμό όταν επιλέγει ως τρόπο εκτόνωσης το άγχος;

Θέλοντας να ορίσουμε την ψυχική έκφραση του άγχους θα λέγαμε ότι πρόκειται για την αναμενόμενη φυσιολογική αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού σε κάθε επικείμενο κίνδυνο. Άρα, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με συγκεκριμένες απειλητικές καταστάσεις ενεργοποιούνται δύο βασικοί βιολογικοί μηχανισμοί, η διαδικασία της φυγής ή της μάχης.

Πιο συγκεκριμένα, ο εγκέφαλος στέλνοντας τα κατάλληλα μηνύματα κινητοποιεί το συμπαθητικό νευρικό σύστημα προκαλώντας την έκκριση αδρεναλίνης με αποτέλεσμα να νιώθουμε αίσθημα έξαψης.
Οι χτύποι της καρδιάς αυξάνονται για να τροφοδοτήσουν με το απαιτούμενο οξυγόνο τους ιστούς, ο ρυθμός της αναπνοής εντείνεται για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού σε οξυγόνο ενώ το πεπτικό σύστημα υπολειτουργεί για να παρέχει τις απαραίτητες ποσότητες αίματος στους μύες. Οι κόρες των ματιών διαστέλλονται ώστε να εντοπίσουμε πιο εύκολα τον κίνδυνο και, το μυϊκό σύστημα διεγείρεται αφού προετοιμαζόμαστε για την κατάσταση της φυγής ή της μάχης.

Μέσα από αυτή την διαδικασία λοιπόν, αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά τους κινδύνους που προκύπτουν στην ζωή μας.
Επομένως, το φυσιολογικό ή παραγωγικό άγχος είναι ότι χρειάζεται ώστε να ανταποκριθούμε στις απρόσμενες εξελίξεις καθώς αποτελεί τον καλύτερο τρόπο διαχείρισης των νέων δεδομένων.

Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαδικασία αντιμετώπισης του κινδύνου ενεργοποιείται σε καταστάσεις που δεν περιέχουν αντικειμενικό κίνδυνο αλλά εμείς ερμηνεύουμε αυτές ιδιαίτερα απειλητικές και τότε το άγχος βιώνεται ως δυσάρεστο και αρνητικό.

Σε αυτές τις συνθήκες, ο φόβος θέτει σε λειτουργία την διαδικασία αντιμετώπισης του κινδύνου πυροδοτώντας έντονες σωματικές, ψυχολογικές και συμπεριφορικές αντιδράσεις όπως είναι οι πονοκέφαλοι, οι πόνοι στο στήθος, η ξηρότητα του στόματος, ο βήχας, η εφίδρωση, η υπερβολική κατανάλωση τροφής ή η απώλεια όρεξης, η έλλειψη ενδιαφέροντος για τη ζωή, και η αναμονή συμφορών. Εκφράσεις ικανές να αποδιοργανώσουν τον άνθρωπο αφού τα επίπεδα του παθολογικού άγχους καταλήγουν στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή.

Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια της αμερικάνικης ψυχιατρικής εταιρείας, υποφέρουμε από γενικευμένη αγχώδη διαταραχή όταν σημειώνουμε υπερβολικό άγχος και ανησυχία, μια φοβισμένη προσδοκία την οποία αδυνατούμε να ελέγξουμε τις περισσότερες ημέρες μιας περιόδου τουλάχιστον 6 μηνών, για μια σειρά γεγονότων ή δραστηριοτήτων όπως είναι η εργασία στους ενήλικες και η σχολική επίδοση στα παιδιά.
Βέβαια για να διαγνώσουμε την παθολογική κατάσταση της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής, το άγχος και η ανησυχία οφείλουν να συνδέονται με τρία ή περισσότερα συμπτώματα στους ενήλικες και ένα στα παιδιά από τα ακόλουθα έξι όπως είναι η νευρικότητα , η εύκολη κόπωση, η δυσκολία στη συγκέντρωση, η ευεριθιστότητα, η μυϊκή τάση, και η αδυναμία επέλευσης ή διατήρησης του ύπνου.

Σαφώς, η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή μπορεί να ορίζει μια συγκεκριμένη ψυχολογική κατάσταση ωστόσο χρειάζεται να λάβουμε υπόψη ότι κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και εκδηλώνει τις ψυχικές του ανάγκες με διαφορετικούς τρόπους για αυτό είναι απαραίτητος ο διαχωρισμός του κλινικού άγχους σε είδη ανάλογα με την ένταση, την διάρκεια και το ύφος των συμπτωμάτων.

Η προσβολή πανικού είναι μια από τις πλέον συνηθισμένες αγχώδεις διαταραχές. Ο όρος προσδιορίζει μια καθορισμένη χρονική περίοδος έντονου φόβου ή δυσφορίας 10 λεπτών περίπου κατά την οποία αισθανόμαστε την καρδιά να χτυπά γρήγορα, ιδρώνουμε, φοβόμαστε πολύ, λαχανιάζουμε, νομίζουμε ότι ο αέρας εξαντλείται, ζεσταινόμαστε, πνιγόμαστε, ζαλιζόμαστε, νιώθουμε ότι θα λιποθυμήσουμε, πιστεύουμε ότι όσα συμβαίνουν δεν είναι πραγματικά, φοβόμαστε ότι θα τρελαθούμε ή ότι θα πεθαίνουμε χωρίς να υπάρχει πραγματική αιτία. Και η προσβολή πανικού μπορεί να εκδηλωθεί σε ανοιχτά ή κλειστά περιβάλλοντα. Οπότε ο ειδικός είναι απαραίτητο να εκτιμήσει το πλαίσιο που εκδηλώνεται η συμπτωματολογία για να προσδιορίσει την ψυχική αντίδραση σε διαταραχή πανικού με αγοραφοβία ή διαταραχή πανικού χωρίς αγοραφοβία αντίστοιχα. Στην διαταραχή πανικού με αγοραφοβία, εκδηλώνουμε τα αναφερθέντα συμπτώματα όταν είμαστε μέσα σε πλήθος, ή σε κάθε κατάσταση κατά την οποία η διαφυγή είναι δύσκολη σε περίπτωση κρίσης πανικού. Αντίθετα, στην διαταραχή πανικού χωρίς αγοραφοβία, συνήθως βιώνουμε πανικό όταν βρεθούμε μόνοι σε κλειστούς χώρους. Όμως η αγοραφοβία εκτιμάτε ανεξάρτητα από την προσβολή πανικού.

Στην αγοραφοβία, φοβόμαστε να βρεθούμε σε μέρη ή καταστάσεις από όπου η διαφυγή είναι δύσκολη ή δεν θα έχουμε βοήθεια σε περίπτωση που αισθανθούμε μια κρίση ή συμπτώματα πανικού. Άρα αισθανόμαστε έντονο άγχος όταν βρεθούμε έξω από το σπίτι ή ανάμεσα σε πλήθος, όταν στεκόμαστε στην ουρά, όταν ταξιδεύουμε με το αεροπλάνο, το πλοίο, το αυτοκίνητο, το τρένο ή το λεωφορείο. Συνήθως, αποφεύγουμε αυτές τις καταστάσεις σκεπτόμενοι ότι θα εμφανίσουμε μια Προσβολή Πανικού ή υπομένουμε αυτές με έκδηλη ενόχληση ή με παρουσία συνοδού προσώπου.

Η αγοραφοβία σχετίζεται άμεσα με τον πανικό γιατί όταν πάθουμε μια κρίση θα συνδέσουμε το πανικό με το χώρο που εκδηλώσαμε τα συμπτώματα με αποτέλεσμα να αποφεύγουμε αυτό το μέρος αλλά και άλλα περιβάλλοντα που έχουν κοινά σημεία με το αρχικό πλαίσιο εκδήλωσης του πανικού.

Μια ακόμα ενδιαφέρουσα ομάδα αγχωδών διαταραχών είναι οι ειδικές φοβίες. Η έννοια Ειδική Φοβία ορίζει τον έντονο και υπερβολικό φόβο που αισθανόμαστε από την παρουσία ή την αναμονή εμφάνισης ενός αντικειμένου ή μιας κατάστασης στην έκθεση της οποίας εμφανίζουμε ταχυκαρδία, εφίδρωση, τρέμουλο, γρήγορη αναπνοή, μυϊκές συσπάσεις, ναυτία, και αίσθημα πανικού.

Οι ειδικές φοβίες διαχωρίζονται σε είδη ανάλογα με το φοβικό ερέθισμα. Ειδικά, ο τύπος ζωοφοβίας ορίζει τον φόβο για ορισμένα ζώα ή έντομα ενώ, στο Τύπο Φυσικού Περιβάλλοντος, ο φόβος εκλύεται από τα φυσικά στοιχεία όπως είναι οι καταιγίδες, τα ύψη ή το νερό.

Στο Τύπο σχετικά με Αίμα- Ένεση- Τραύμα, το άγχος πυροδοτείται από τη θέα του αίματος, ενός τραύματος, μιας ένεσης ή κάποιας επεμβατικής ιατρικής πράξης.

Στον Καταστασιακό Τύπο, ο φόβος αφορά σε ειδικές καταστάσεις, όπως είναι η μετακίνηση με δημόσιο μεταφορικό μέσο, τα αεροπορικά ταξίδια, η οδήγηση, το πέρασμα από σήραγγες ή γέφυρες , η χρήση του ανελκυστήρα ή τα κλειστά μέρη.

Και στον Άλλο Τύπο, ο φόβος προέρχεται από άλλα ερεθίσματα τα οποία περιλαμβάνουν την αποφυγή καταστάσεων που δύναται να προκαλέσουν πνιγμονή, εμετό ή μετάδοση ασθένειας, την φοβία του ελεύθερου κενού χώρου και τον φόβο των παιδιών για τους δυνατούς ήχους ή τα ένστολα άτομα.

Μια ακόμη παθολογική έκφραση άγχους προσδιορίζεται με την διαταραχή της κοινωνικής φοβίας. Στην κοινωνική φοβία βιώνουμε έντονη ανησυχία κάθε φορά που καλούμαστε να ανταποκριθούμε σε κοινωνικές καταστάσεις που απαιτούν να ενεργήσουμε μπροστά σε κοινό, να εκτεθούμε σε αγνώστους ανθρώπους ή σε πιθανό εξονυχιστικό έλεγχο από άλλα άτομα. Και αν συμβεί τότε εκδηλώνουμε καθορισμένα συμπτώματα όπως είναι το κοκκίνισμα του προσώπου, η αίσθηση ναυτίας, η τάση για έμετο, η συχνουρία, η ταχυκαρδία, η εφίδρωση, ο κόμπος στο λαιμό, οι κράμπες στο στομάχι και η αδυναμία ελέγχου της αναπνοής οι οποίες προκαλούν αμηχανία αφού πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα αντιληφθούν πως νιώθουμε σχολιάζοντας αρνητικά τη συμπεριφορά μας.

Στα παιδιά, αυτός ο τύπος αγχώδους διαταραχής, καθορίζεται με την έννοια της σχολικής φοβίας καθώς το σχολικό περιβάλλον αποτελεί το πλέον σημαντικό κοινωνικό πλαίσιο της παιδικής ηλικίας. Υπό αυτή την θεώρηση, όταν τα παιδιά  απαιτείται να φέρουν εις πέρας δραστηριότητες που αφορούν στην έκθεση στο σχολικό περιβάλλον αντιδρούν με κλάμα, νευρικότητα, ακινητοποίηση ενώ αποφεύγουν τις συναναστροφές με άγνωστους ανθρώπους.

Οι αιτίες πυροδότησης των αγχωδών διαταραχών συναντώνται στους βιολογικούς, ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Ταυτόχρονα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η δομή της προσωπικότητας του ανθρώπου.

Επομένως, στις βιολογικές αιτίες θα παρατηρήσουμε την κληρονομική προδιάθεση του ανθρώπου για την διαταραχή, τις δυσλειτουργίες στο κεντρικό νευρικό σύστημα, την μη ισορροπημένη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο και την υπερλειτουργία του θυροειδή αδένα.

Στα ψυχολογικά αίτια αισθητή είναι η επίδραση των τραυματικών εμπειριών, των σημαντικών απωλειών, των συχνών αλλαγών και των στρεσογόνων καταστάσεων.

Ενώ, στις περιβαλλοντικές αιτίες, θα συναντήσουμε τον έντονο τρόπο ζωής, την μίμηση και μάθηση αντιδράσεων άγχους από τους σημαντικούς άλλους.

Τέλος, στο επίπεδο της προσωπικότητας, έχει αποδειχτεί ερευνητικά ότι άνθρωποι με ορισμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας είναι περισσότερο επιρρεπείς στις αγχώδεις διαταραχές. Πρόσθετα, η ηλικία, οι ανικανοποίητες ψυχολογικές επιθυμίες, η αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, οι ανικανοποίητες διαπροσωπικές σχέσεις, η αναζήτηση αποδοχής από το περιβάλλον και η αδυναμία ελέγχου των καταστάσεων είναι θέματα τα οποία ευκόλως θα επιβαρύνουν την ψυχολογική κατάσταση.

Αν λοιπόν παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν στιγμές που αποσυντονιζόμαστε εξαιτίας έντονου άγχους, τότε χρειάζεται να ενισχύσουμε τον εαυτό ώστε να επαναφέρουμε τον έλεγχο στην ζωή μας. Πρώτα από όλα, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι το άγχος είναι μια φυσιολογική αντίδραση σε ορισμένες καταστάσεις τις οποίες αν εξετάσουμε αντικειμενικά τότε θα εκτιμήσουμε περισσότερο ρεαλιστικά τα γεγονότα μειώνοντας σημαντικά την ανησυχία. Επίσης, είναι χρήσιμο να αξιοποιούμε τον χρόνο κατάλληλα ώστε να ανταποκρινόμαστε στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, να εστιάζουμε στις θετικές σκέψεις, να αντιλαμβανόμαστε τα λάθη ως ευκαιρίες μάθησης, να ασκούμαστε σωματικά, να θέτουμε εφικτούς στόχους, να διεκδικούμε τα δικαιώματα μας, να αφιερώνουμε χρόνο στον εαυτό καθημερινά, να διατρεφόμαστε ισορροπημένα και να αναπαυόμαστε αρκετά.

Επίσης, αν τυχαίνει κάποιος άνθρωπος από το περιβάλλον να αντιμετωπίζει αυξημένα επίπεδα άγχους, βοηθά αρκετά να παραμένουμε ψύχραιμοι, να είμαστε δεκτικοί και υπομονετικοί, να τονίζουμε τα θετικά των πράξεων του, να προτείνουμε ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις, να δείχνουμε ότι κατανοούμε την συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται και ενισχύοντας την έκφραση των συναισθημάτων να παροτρύνουμε αυτόν να ζητήσει βοήθεια.

Στα παιδιά, είναι χρήσιμο να διατηρήσουμε ένα κανονικό πρόγραμμα διατροφής και ύπνου ώστε να αισθανθούν ασφάλεια, να διαθέτουμε τον χρόνο και την αγκαλιά μας, να παίζουμε και να ζωγραφίζουμε μαζί τους, να μιλάμε και να δίνουμε ειλικρινείς εξηγήσεις, να εκδηλώνουμε συνεχώς το ενδιαφέρον κατανοώντας τους φόβους τους.

Αν παρ’ όλες τις προσπάθειες η ένταση του συναισθήματος αυξάνεται και η εμφάνιση των συμπτωμάτων εξακολουθεί τότε είναι απαραίτητο να απευθυνθούμε σε έναν ειδικό θεραπευτή ώστε να λάβουμε την κατάλληλη υποστήριξη προσφέροντας σε εμάς το δικαίωμα μιας ποιοτικής ζωής.

 

Βασιλική Γ. Βενέτη MA Κλινικής Ψυχολογίας

Ειδίκευση στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία