Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια της αμερικανικής ψυχιατρικής εταιρείας, ως σχιζοφρένεια ορίζουμε την ψυχική κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος πληροί τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα συμπτώματα όπως είναι οι παραληρητικές ιδέες, οι ψευδαισθήσεις, οι παραισθήσεις, ο αποδιοργανωμένος λόγος, η κατατονική συμπεριφορά, η συναισθηματική επιπέδωση, η αλογία και η αβουλησία τα οποία είναι παρόντα για ένα σημαντικό τμήμα του χρόνου κατά την διάρκεια ενός μηνός. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο άνθρωπος που νοσεί από σχιζοφρένεια παρουσιάζει έντονη κοινωνική και επαγγελματική αποδιοργάνωση αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις καθημερινές απαιτήσεις.

Η σχιζοφρένεια διαχωρίζεται σε συγκεκριμένους υπότυπους ανάλογα με την ένταση και την φύση των συμπτωμάτων της διαταραχής. Στον παρανοειδή τύπο θα παρατηρήσουμε τον πάσχοντα να ενασχολείται με τις παραληρητικές ιδέες ή τις ακουστικές ψευδαισθήσεις, στον αποδιοργανωμένο τύπο να διακρίνεται από αποδιοργανωμένο λόγο ή αποδιοργανωμένη συμπεριφορά και επίπεδο ή απρόσφορο συναίσθημα, στον κατατονικό τύπο να εμφανίζει κινητική ακαμψία, έντονο αρνητισμό, στερεότυπες κινήσεις, ηχολαλία και υπέρμετρη κινητική δραστηριότητα, στον αδιαφοροποίητο τύπο να εκφράζει παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, αποδιοργανωμένο λόγο ή συμπεριφορά και έλλειψη συναισθηματικής απάντησης ενώ, στον υπολειμματικό τύπο να παρουσιάζει έντονα αρνητικά συμπτώματα όπως είναι οι παράξενες πεποιθήσεις και τα ασυνήθη αισθητηριακά βιώματα.

Αναμφιβόλως, η σχιζοφρένεια θεωρείται από τις πλέον σοβαρές ψυχικές παθήσεις. Η πυροδότηση της διαταραχής οφείλεται κατά κύριο λόγο σε καθορισμένους βιολογικούς παράγοντες όπως είναι η γενετική προδιάθεση της ασθένειας και η μη ισορροπημένη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών που υποστηρίζουν την έκκριση της ντοπαμίνης.

Παρ όλα αυτά, πολλές φορές έχουμε ακούσει να λέγεται ότι η σχιζοφρένεια σχετίζεται με την υιοθέτηση παραβατικών συμπεριφορών που καταλήγουν στην άσκηση βίας προκαλώντας υλικές ή σωματικές βλάβες σε τρίτους. Ειδικά, η σχιζοφρένεια ενοχοποιείται συχνά για την διάπραξη σωματικού εγκλήματος αφού, έρευνες έχουν δείξει ότι ορισμένοι υπότυποι της διαταραχής όπως είναι ο παρανοειδής τύπος εμφανίζουν υψηλά ποσοστά ανθρωποκτονικής συμπεριφοράς.

Πιο συγκεκριμένα, σε ψυχιατρικές αξιολογήσεις που έγιναν σε ανθρώπους που διέπραξαν έγκλημα, διαγνώστηκαν συμπτώματα που αφορούσαν την έκφραση των παραληρητικών ιδεών ή των ακουστικών ψευδαισθήσεων. Και ίσως θα μπορούσαμε να ενισχύσουμε τα αποτελέσματα των ερευνών, αν ακούσουμε τις μαρτυρίες ανθρώπων που πάσχουν από τον παρανοειδή τύπο της σχιζοφρένειας, στο πλαίσιο των παραληρητικών ιδεών, να ερμηνεύουν διαφορετικά τις καταστάσεις που ζουν πιστεύοντας ότι παρακολουθούνται, απειλούνται, βλάπτονται, εξαπατώνται ή απατώνται από τους ανθρώπους. Και, στις ακουστικές ψευδαισθήσεις, να αναφέρουν ότι ακούν φωνές που τους κατευθύνουν σε συγκεκριμένες πράξεις όπως είναι η διάπραξη ενός εγκλήματος για ειδικούς λόγους.

Αν και τα ευρήματα των ερευνών που αφορούν στην συσχέτιση του παρανοειδή τύπου της σχιζοφρένειας και των πράξεων πρόκλησης βλάβης προς τρίτους είναι σημαντικά, ωφελεί να λάβουμε υπόψη τα ποσοστά απόκλισης που ορίζουν ανάλογες ψυχικές καταστάσεις στις οποίες δεν σημειώθηκαν εγκληματικές πράξεις. Συνήθως οι παραβατικές συμπεριφορές εκδηλώνονται υπό συγκεκριμένες συνθήκες και σε περιπτώσεις έντονης συμπτωματολογίας στις οποίες οι πάσχοντες είτε δεν ακολουθούν την φαρμακευτική αγωγή και την ψυχοθεραπεία που χρειάζονται είτε έχουν διακόψει εκούσια την υποστήριξη που λάμβαναν ενώ δεν θα έπρεπε.

Βέβαια η πρόθεση βλάβης προς τρίτους αποτελεί σοβαρό αδίκημα το οποίο χρειάζεται να αξιολογηθεί καταλλήλως αφού κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρεί την ζωή κάποιου ανθρώπου. Για αυτό τον λόγο, οποιαδήποτε σχετική παρατήρηση χρήζει άμεσης παρέμβασης.

Αν λοιπόν συμβιώνουμε με ανθρώπους που υποφέρουν από κάποια ψυχωσική διαταραχή, είναι ωφέλιμο να απευθυνθούμε στους κατάλληλους φορείς για να υποστηρίξουμε τόσο τους εαυτούς μας όσο και τους πάσχοντες παροτρύνοντας τους να ζητήσουν την απαιτούμενη φροντίδα. Και αν τυχαίνει να εργαζόμαστε στον χώρο της ψυχικής υγείας χρειάζεται να είμαστε προσεκτικοί στην κλινική αξιολόγηση της φύσης και της έντασης των συμπτωμάτων ώστε να προχωρήσουμε στην κατάλληλη θεραπεία προσφέροντας την δυνατότητα στον άνθρωπο να διαχειριστεί την ψυχική του κατάσταση αποφεύγοντας πιθανές αρνητικές εξελίξεις.

Γιατί, η πρόληψη είναι σαφώς αποδοτικότερη από την αντιμετώπιση ενός ιδιαίτερου γεγονότος.

 

Βασιλική Γ. Βενέτη ΜΑ Κλινικής Ψυχολογίας

Ειδίκευση στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία