Αρκετά συχνά ακούμε τις λέξεις «συμβουλευτική» και «ψυχοθεραπεία», όροι που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν την συνεργασία με έναν ειδικό στον χώρο της ψυχικής υγείας. Και αν έχει τύχει να μην έχουμε ασχοληθεί τόσο με το αντικείμενο της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας, θα υποστηρίζαμε ότι οι δύο αυτές διαδικασίες είναι ίδιες αφού καταλήγουν στην αυτογνωσία ή την διαχείριση ορισμένων καταστάσεων.

Και μπορεί φαινομενικά να είναι παρόμοιες όμως, υπάρχουν συγκεκριμένες διαφορές που ξεχωρίζουν την μια διαδικασία από την άλλη.

Συνεπώς, ο όρος συμβουλευτική ορίζει την καθοδηγητική επαγγελματική σχέση με σύντομη ή μακροχρόνια διάρκεια μεταξύ ενός καταρτισμένου συμβούλου και ενός συμβουλευόμενου κατά την οποία εφαρμόζονται μία η περισσότερες θεωρίες της ψυχολογίας.

Αρχικά, η συμβουλευτική διαδικασία αποσκοπεί στην προσωρινή διευκόλυνση του συμβουλευόμενου και στην συνέχεια παρακινεί ή παρέχει τις κατάλληλες εναλλακτικές επιλογές και επικοινωνιακές δεξιότητες προσφέροντας την δυνατότητα στον συμβουλευόμενο να ανακαλύψει τους τρόπους με τους οποίους θα αναδιαμορφώσει την ζωή του.

Αντιθέτως, η ψυχοθεραπεία περιγράφει την συνεργατική θεραπευτική σχέση που εξελίσσεται σε ορισμένα επεμβατικά στάδια στοχεύοντας στην εξομάλυνση των κλινικών συμπτωμάτων όπως αυτά καθορίζονται από την διεθνής βιβλιογραφία.

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία παρέχεται κυρίως από επαγγελματίες με γνώσεις ιατρικής ή κλινικής ψυχολογίας που έχουν υψηλό επίπεδο κατάρτισης και εξειδίκευσης στην υποστήριξη ανθρώπων που υποφέρουν από ψυχικές διαταραχές. Είναι ένα θεραπευτικό πρόγραμμα μεγάλης διάρκειας, τουλάχιστον 1 έτους, μια σύνθετη διαδικασία αλλαγής που στηρίζεται σε συγκεκριμένες αρχές και τεχνικές θεραπευτικών μοντέλων η οποία θα τερματίσει με συγκεκριμένα αποτελέσματα αναφορικά με τους θεραπευτικούς στόχους.

Και μπορεί η απασχόληση των συμβούλων και των ψυχοθεραπευτών να φαίνεται παρόμοια αφού χρησιμοποιούνται σχεδόν ίδιες μέθοδοι και τεχνικές ωστόσο, είναι απαραίτητη η χρήση διαφορετικών διακριτικών τίτλων τόσο για τις απαιτήσεις των φορέων που απασχολούνται όσο και για τον καθορισμό της επαγγελματικής ιδιότητας καθώς στο χώρο της συμβουλευτικής, απασχολούνται σε μεγάλο βαθμό μη επαγγελματίες, λειτουργοί αλλά και εθελοντές ενώ, η εφαρμογή της ψυχοθεραπείας στηρίζεται αποκλειστικά στην εργασία των εξειδικευμένων επαγγελματιών.

Υπό αυτόν τον διαχωρισμό, κατά την διάρκεια της συμβουλευτικής υποστήριξης, ο σύμβουλος οφείλει να προχωρήσει σε μια υπόθεση σχετικά με τους προβληματισμούς του συμβουλευόμενου σε αντίθεση με την ψυχοθεραπεία όπου ο θεραπευτής λαμβάνοντας υπόψη τα συμπτώματα καταλήγει στην διάγνωση της ψυχικής κατάστασης του θεραπευόμενου  στην οποία θα στηρίξει το θεραπευτικό πλάνο που θα ακολουθήσει για την μείωση της έντασης της δυσλειτουργικότητας του ατόμου.

Παρ’ όλα αυτά, η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία θεωρούνται αξιόλογες δραστηριότητες ως προς την παροχή συμβουλών, την ψυχοεκπαίδευση και την στήριξη της προσωπικής βελτίωσης οι οποίες αντανακλούν τις εναλλακτικές εικόνες του ατόμου και τις πεποιθήσεις για την ανθρώπινη φύση.

Τόσο από το πρίσμα της συμβουλευτικής όσο και της ψυχοθεραπευτικής θεωρίας, ο εκάστοτε ειδικός κατανοεί άμεσα οτιδήποτε συμβαίνει στην ζωή του συμβουλευόμενου ή του θεραπευόμενου και επικεντρώνει την προσοχή του μεταξύ των άλλων στην ψυχολογική εκπαίδευση, την βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων, την γνωστική αλλαγή και την υιοθέτηση της νέας συμπεριφοράς.

Και φυσικά η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία επιφέρουν αλλαγές μονάχα αν ο οφελούμενος έχει αποφασίσει να βοηθήσει τον εαυτό συμμετέχοντας ενεργά και δραστικά στην προσπάθεια της ατομικής ανάπτυξης του.

Ίσως τελικά να μην είναι τόσο σημαντικό το είδος της υποστηρικτικής διαδικασίας που θα επιλέξουμε, αλλά το πόσο θα δεσμευτούμε στην συνεργασία με τον ειδικό για να αποκωδικοποιήσουμε τις συμπεριφορές και αγγίζοντας τους στόχους της διαδικασίας να δυναμώσουμε την σχέση με τον εαυτό βελτιώνοντας σημαντικά την ποιότητα της καθημερινότητας.

 

Βασιλική Γ. Βενέτη ΜΑ Κλινικής Ψυχολογίας

Ειδίκευση στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία