Η Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή συναντάτε στην κατηγορία των αγχωδών διαταραχών με χαρακτηριστικό συναίσθημα την ένταση και την ανησυχία. Ο άνθρωπος που υποφέρει από την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή υιοθετεί στον τρόπο σκέψης του ιδεοληψίες και καταναγκασμούς.

Ως ιδεοληψίες ορίζουμε επαναλαμβανόμενες σκέψεις οι οποίες είναι συγκεκριμένες, ιδιαίτερα δυσάρεστες και ικανές να εντείνουν το αίσθημα άγχους. Το άτομο χαρακτηρίζει αυτές ως περίεργες ενώ έχει επίγνωση ότι είναι αποτέλεσμα του τρόπου σκέψης του. Κατά συνέπεια, οι ιδεοληψίες διαφοροποιούν την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή από τις ψυχώσεις αφού το άτομο γνωρίζει την αιτία των ιδεών.

Οι ιδεοληψίες κατηγοριοποιούνται σε σκέψεις μόλυνσης, πρόκλησης βλάβης στον εαυτό ή στους άλλους, απώλειας ελέγχου, σεξουαλικού περιεχομένου, τακτοποίησης και θρησκευτικού ή ηθικού περιεχομένου.

Στη συνέχεια, το άτομο προσπαθώντας να μειώσει το άγχος που νιώθει ως επακόλουθο των ιδεοληψιών, επαναλαμβάνει συγκεκριμένες πράξεις ή συμπεριφορές τους λεγόμενους ψυχαναγκασμούς. Οι ψυχαναγκασμοί διαχωρίζονται σύμφωνα σε αντίστοιχες κατηγορίες  σύμφωνα με το είδος της ιδεοληψίας που προσπαθεί να εξουδετερώσει.

Υπό αυτή την θεώρηση, συναντούμε τους γνωσιακούς καταναγκασμούς αλλά και τους καταναγκασμούς καθαριότητας, επανελέγχου, λέξεων, πράξεων και φράσεων, τακτοποίησης, θυσαυρισμού.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5 προκειμένου ο κλινικός θεραπευτής να καταλήξει σε διάγνωση Ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, ο θεραπευόμενος οφείλει να πληροί τα ακόλουθα συμπτώματα.

Α. Είτε ιδεοληψίες είτε ψυχαναγκασμοί:

Ιδεοληψίες όπως ορίζονται από τα (1), (2), (3) και (4):

(1) επαναλαμβανόμενες και επίμονες σκέψεις, παρορμήσεις και εικόνες οι οποίες βιώνονται κάποιες φορές κατά τη διάρκεια της διαταραχής σαν παρείσακτες και απρόσφορες και προκαλούν έντονο άγχος ή ενόχληση

(2) οι σκέψεις, οι παρορμήσεις ή οι εικόνες δεν αποτελούν απλά υπερβολικές ανησυχίες για προβλήματα της πραγματικής ζωής

(3) το άτομο προσπαθεί να αγνοεί ή να καταστέλλει τέτοιες σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες, ή να τις εξουδετερώνει με κάποια άλλη σκέψη ή πράξη

(4) το άτομο αναγνωρίζει ότι οι ιδεοληπτικές σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες αποτελούν προϊόν του δικού νου (δεν επιβάλλονται από έξω όπως στην παρεμβολή της σκέψης)

Ψυχαναγκασμοί όπως ορίζονται από τα (1) και (2)

(1) επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (πχ πλύσιμο χεριών, τακτοποίηση, έλεγχος) ή νοερές πράξεις (πχ προσευχές, μετρήσεις, σιωπηρές επαναλήψεις λέξεων), τις οποίες το άτομο αισθάνεται αναγκασμένο να εκτελέσει σε απάντηση μιας ιδεοληψίας ή σύμφωνα με κανόνες οι οποίοι πρέπει να εφαρμοστούν αυστηρά

(2) οι συμπεριφορές ή οι νοερές πράξεις αποβλέπουν στην αποτροπή ή τη μείωση της ενόχλησης ή στην αποτροπή κάποιου απευκταίου γεγονότος ή κατάστασης΄ ωστόσο αυτές οι συμπεριφορές ή οι νοερές πράξεις δεν συνδέονται με ρεαλιστικό τρόπο με αυτό, για το οποίο έχουν σχεδιαστεί να εξουδετερώνουν ή να αποτρέπουν ή είναι σαφώς υπερβολικές

Β. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της πορείας της διαταραχής το άτομο έχει αναγνωρίσει ότι οι ιδεοληψίες ή οι ψυχαναγκασμοί είναι υπερβολικοί ή παράλογοι. Σημείωση: Αυτό δεν ισχύει στα παιδιά.

Γ. Οι ιδεοληψίες ή οι ψυχαναγκασμοί προκαλούν έκδηλη ενόχληση, είναι χρονοβόροι (απαιτούν περισσότερο από μια ώρα την ημέρα) ή παρεμποδίζουν σημαντικά τις συνήθεις καθημερινές δραστηριότητες, την επαγγελματική (ή σχολική) δραστηριότητα ή τις συνήθεις κοινωνικές δραστηριότητες ή σχέσεις.

Δ. Αν είναι παρούσα μια άλλη διαταραχή του Άξονα Ι, το περιεχόμενο των ιδεοληψιών ή των ψυχαναγκασμών δεν περιορίζεται σε αυτήν (πχ έντονη ενασχόληση με τροφή σε παρουσία Διαταραχής στην Πρόσληψη Τροφής΄ τράβηγμα τριχών σε παρουσία Τριχοτιλλομανίας’ ανησυχία με την εμφάνιση σε παρουσία Σωματοδυσμορφικής Διαταραχής’ έντονη ενασχόληση με ουσίες σε παρουσία Διαταραχής Χρήσης Ουσιών’ έντονη ενασχόληση με την ύπαρξη σοβαρής ασθένειας σε παρουσία Υποχονδρίασης’ έντονη ενασχόληση με σεξουαλικές παρορμήσεις και φαντασιώσεις σε παρουσία μιας Παραφιλίας ή ενοχικοί μηρυκασμοί σε παρουσία Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής).

Ε. Η διαταραχή δεν οφείλεται στις άμεσες φυσιολογικές δράσεις μιας ουσίας (πχ ουσία κατάχρησης, φάρμακα) ή σε γενική σωματική κατάσταση.

Προσδιορίστε αν:

Με φτωχή εναισθησία: αν, στο μεγαλύτερο διάστημα κατά τη διάρκεια του τρέχοντος επεισοδίου, το άτομο δεν αναγνωρίζει ότι οι ιδεοληψίες και οι ψυχαναγκασμοί είναι υπερβολικοί και παράλογοι.

Η Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή επηρεάζει άμεσα τη λειτουργικότητα του ατόμου ενώ αποτελεί μια αρκετά συχνή ψυχική νόσο αφού αφορά στο 2% του συνολικού πληθυσμού.

Κάποιες από τις αίτιες πυροδότησης της ιδεοψυχναγκαστικής διαταραχής αποδίδονται σε βιολογικούς παράγοντες όπως η κληρονομική προδιάθεση καθώς και οι δυσλειτουργίες στο κεντρικό νευρικό σύστημα όπως η αυξημένη δραστηριότητα στο κογχομετωπιαίο φλοιό, μέρος του εγκεφάλου το οποίο ευθύνεται για την αντίληψη του φόβου και του άγχους και στον κερκοφόρο πυρήνα βασικών γαγγλίων ο οποίος ελέγχει την έναρξη και την λήξη των σκέψεων και των πράξεων.

Στο πλαίσιο της θεραπείας, αν είναι απαραίτητο, ο ψυχίατρος προτείνει το κατάλληλο φαρμακευτικό σχήμα λαμβάνοντας υπόψη την ένταση των συμπτωμάτων της διαταραχής καθώς και τις ανάγκες της προσωπικότητας του θεραπευόμενου.

Ο συνδιασμός της φαρμακευτικής αγωγής και της γνωσιακής-συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας αποδίδει ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής. Ο γνωσιακός-συμπεριφορικός ψυχοθεραπευτής αφού εδραιώσει μια ασφαλής θεραπευτική σχέση η οποία θα χαρακτηρίζεται από βάσεις εμπιστοσύνης και κατανόησης, εφαρμόζει τις κατάλληλες συμπεριφορικές και γνωσιακές τεχνικές στοχεύοντας στη μείωση της έντασης αλλά και της συχνότητας τόσο των ιδεοληψιών όσο και των καταναγκασμών.

 

Βασιλική Γ. Βενέτη ΜΑ Κλινικής Ψυχολογίας

Ειδίκευση στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία