Το άγχος, αν και δεν αποτελεί ευχάριστο συναίσθημα, συνοδεύει σχεδόν όλες τις σημαντικές δραστηριότητες της ζωής μας. Συχνά εκφράζεται με σκέψεις ανησυχίας για το μέλλον και εκτονώνεται με σωματικές αντιδράσεις.

Όμως τι πραγματικά συμβαίνει στο σώμα μας, όταν βιώνουμε έντονο άγχος; Αν και τα συμπτώματα ποικίλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο, υπάρχουν κάποιες κοινές αντιδράσεις.

Μια καθορισμένη χρονική περίοδος 10 λεπτών έντονου φόβου κατά την οποία αισθανόμαστε την καρδιά μας να χτυπά γρήγορα, ιδρώνουμε υπερβολικά, φοβόμαστε πολύ, λαχανιάζουμε, νομίζουμε ότι ο αέρας εξαντλείται, ζεσταινόμαστε, πνιγόμαστε, ζαλιζόμαστε, πονάει ο θώρακας ή η κοιλιά μας, νιώθουμε ότι θα λιποθυμήσουμε, πιστεύουμε ότι όσα συμβαίνουν δεν είναι πραγματικά και ότι δεν είμαστε ο εαυτός μας, φοβόμαστε ότι θα τρελαθούμε ή ότι θα πεθαίνουμε. Σωματικές αντιδράσεις οι οποίες είναι ικανές να οδηγήσουν σε μια κρίση πανικού ή ορθότερα σε διαταραχή πανικού.

Η διαταραχή πανικού διαχωρίζεται σε διαταραχή πανικού χωρίς αγοραφοβία και σε διαταραχή πανικού με αγοραφοβία. Στην διαταραχή πανικού χωρίς αγοραφοβία, δεν εκδηλώνουμε κρίση όταν είμαστε έξω μόνοι, στεκόμαστε σε ουρά, βρισκόμαστε πάνω σε γέφυρα, ταξιδεύουμε με λεωφορείο, τρένο ή αυτοκίνητο.

Αντιθέτως στην διαταραχή πανικού με αγοραφοβία, εκδηλώνουμε τα προαναφερθέντα συμπτώματα μέσα σε πλήθος, σε καταστάσεις που η φυγή είναι δύσκολη, σε περίπτωση που έχουμε μία προσβολή ή συμπτώματα αυτής.

Ορισμένα κλινικά αίτια που οδηγούν στη διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία είναι η κληρονομικότητα, το αυξημένο άγχος, η λήψη φαρμακευτικής αγωγής, το κάπνισμα, το αλκοόλ, η χρήση τοξικών ουσιών, οι διατροφικές συνήθειες. Έντονα γεγονότα όπως οι απώλειες, η εμπειρία ενός βίαιου συμβάντος, η αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, οι ανικανοποίητες διαπροσωπικές σχέσεις, η αναζήτηση αποδοχής από το περιβάλλον και η αδυναμία ελέγχου των καταστάσεων.

Η διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία είναι ψυχική ασθένεια η οποία επιδρά στη λειτουργικότητα του ατόμου αφαιρώντας το δικαίωμα να ζει φυσιολογικά ενώ συνδέεται άμεσα με τον τρόπο σκέψης που υιοθετεί το άτομο σε συγκεκριμένες συνθήκες. Δηλαδή, το άτομο ερμηνεύει λανθασμένα καταστάσεις οι οποίες δεν είναι αντικειμενικά απειλητικές για την ακεραιότητα του και, ενεργοποιώντας τα σωματικά συμπτώματα τα οποία προκαλούν δυσφορία καταλήγει σε κρίση πανικού εξαιτίας του τρόμου που βιώνει τη δεδομένη στιγμή.

Όταν οι προσβολές πανικού είναι συχνές η ψυχιατρική εξέταση είναι απαραίτητη. Αν ο γιατρός εκτιμήσει ότι τα συμπτώματα δεν οφείλονται σε οργανικά αίτια, είναι ωφέλιμο το άτομο να απευθυνθεί σε ψυχοθεραπευτή.

Η γνωσιακή-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία αντιμετωπίζει ριζικά τις κρίσεις πανικού μειώνοντας την συχνότητα και το ποσοστό επανεμφάνισης των συμπτωμάτων. Στόχος της ψυχοθεραπείας είναι η κατανόηση της προέλευσης και η συμφιλίωση με τις κρίσεις πανικού. Επιτυγχάνεται μέσα από την αναγνώριση των ερεθισμάτων και των σκέψεων που οδηγούν στην εκδήλωση των σωματικών συμπτωμάτων. Ο θεραπευτής συνεργάζεται με τον θεραπευόμενο για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που προκύπτουν από το φόβο εκδήλωσης των προσβολών. Όταν ο θεραπευόμενος αυξήσει τα επίπεδα της λειτουργικότητας του και είναι σε θέση να ελέγξει την πυροδότηση των κρίσεων πανικού, ο θεραπευτής προχωρά στο τερματισμό της θεραπευτικής διαδικασίας.

Βασιλική Γ. Βενέτη ΜΑ Κλινικής Ψυχολογίας
Ειδίκευση στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία